ισοπολλαπλάσιος


ισοπολλαπλάσιος
-α, -ο
μαθ. (για αριθμούς) αυτός που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό δύο ή περισσότερων αριθμών επί τον ίδιο παράγοντα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)-* + πολλα-πλάσιος (< πολλά- [βλ. λ. πολύς] + -πλάσιος [βλ. λ. διπλάσιος])].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ισοπολλαπλάσιος — α, ο αριθμός που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό δύο ή περισσότερων αριθμών με τον ίδιο πολλαπλασιαστή: Οι αριθμοί 10 και 12 είναι ισοπολλαπλάσιοι (5.2, 6.2) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ισ(ο)- — (ΑΜ ἰσ[ο]) α συνθ. λέξεων τής Αρχαίας Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με μεγάλη παραγωγικότητα που σημαίνει: α) ισότητα ή ομοιότητα προς αυτό που δηλώνει το β συνθ. (ἴσανδρος, ἰσάνθρωπος, ἰσαπόστολος) β) ισοδυναμία ή ισοτιμία τού α προς το β συνθ …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.